Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κοσσυφοπέδιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Το «Κόσοβο» ανακατευθύνει εδώ. Για άλλες χρήσεις, δείτε: Κόσοβο (αποσαφήνιση).

Συντεταγμένες: 42°35′N 21°00′E / 42.583°N 21.000°E / 42.583; 21.000

Δημοκρατία του Κoσόβου
Republika e Kosovës
Република Косовο

Σημαία

Εθνόσημο
Τοποθεσία της χώρας στον κόσμο
και μεγαλύτερη πόληΠρίστινα
42°40′N 21°10′E / 42.667°N 21.167°E / 42.667; 21.167
Αλβανικά, Σερβικά
Προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία[1]
Βιόσα Οσμάνι
Άλμπιν Κούρτι
Νομοθετικό σώμα
Συνέλευση
Ανεξαρτησία
από τη Σερβία
Μερική διεθνής αναγνώριση

17 Φεβρουαρίου 2008
 • Σύνολο
10.905 km2
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2022 
 • Απογραφή 1991 
 • Πυκνότητα 

1.762.220[2] (152η) 
1.956.196  
161,6 κατ./km2 (80η) 
ΑΕΠ (ΙΑΔ)
 • Ολικό  (2007)
 • Κατά κεφαλή 

$5 δισ.  
$2.300  
ΑΕΠ (ονομαστικό)
 • Ολικό  (2007)
 • Κατά κεφαλή 

€3,804 δισ.  
€1,759  
ΔΑΑ (2016)0,739[3] υψηλός
ΝόμισμαΕυρώ (EUR)
 • Θερινή ώρα(UTC +1)
(UTC +2)
Internet TLD.ks
Κωδικός κλήσης+383

Το Κοσσυφοπέδιο ή Κόσοβο (αλβανικά: Kosova, σερβικά: Косово) είναι αμφισβητούμενη περιοχή και μερικώς αναγνωρισμένο κράτος[4] στα Βαλκάνια. Ανακήρυξε την ανεξαρτησία του από τη Σερβία τον Φεβρουάριο του 2008, με το όνομα Δημοκρατία του Κοσόβου[5]. Η πλειονότητα των κατοίκων είναι Αλβανοί και η χώρα από το 1999 βρισκόταν υπό την προσωρινή διοίκηση του ΟΗΕ και τη στρατιωτική προστασία του ΝΑΤΟ.

Την 17η Φεβρουαρίου 2008, η Βουλή του Κοσόβου ανακοίνωσε, μονομερώς, την ανεξαρτησία του από τη Σερβία,[6] η οποία όμως δεν αποδέχθηκε την απόσχισή του, θεωρεί το Κοσσυφοπέδιο αυτόνομη επαρχία της Σερβίας και προσέφυγε στον ΟΗΕ. Το ανεξάρτητο Κόσοβο αναγνωρίσθηκε άμεσα από κάποιες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και των τριών μεγάλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία) μεταξύ άλλων, ενώ κάποιες άλλες όπως η Ρωσία και η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, θεωρούν την απόσχισή του παράνομη. Η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει επίσης το Κόσοβο ως ανεξάρτητο κράτος. Ούτε η Κύπρος θεωρεί το Κόσοβο ως ανεξάρτητο κράτος. Επί του παρόντος, 98 κράτη μέλη του ΟΗΕ αναγνωρίζουν τη Δημοκρατία του Κοσσυφοπεδίου επίσης η Δημοκρατία της Κίνας (Ταϊβάν), οι Νήσοι Κουκ και το Νιούε, ενώ 94 κράτη δεν την αναγνωρίζουν και 5 δεν έχουν σαφή θέση.[7][8]

Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε στις 8 Οκτωβρίου του 2008 το αίτημα της Σερβίας να παραπέμψει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης το ζήτημα της μονομερούς απόφασης του Κοσσυφοπεδίου να κηρύξει την ανεξαρτησία του.[9] Το 2010 το διεθνές δικαστήριο αποφάσισε ότι η ανεξαρτησία του Κοσόβου δεν παραβίασε το διεθνές δίκαιο και απέρριψε τις διεκδικήσεις της Σερβίας για το ότι το Κόσοβο παραβίασε την εδαφική της ακεραιότητα. Έτσι η ηγεσία του Κοσόβου υποστήριξε πως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για την ανεξαρτησία του Κοσόβου και κάλεσε το Βελιγράδι για την αναγνώριση του το οποίο και αρνήθηκε πάρα την απόφαση του δικαστηρίου[10]. Από τις 19 Απριλίου 2013 οι δύο χώρες συνήψαν συμφωνία στις Βρυξέλλες, η οποία καταρτίστηκε υπό την αιγίδα της ΕΕ. Στη συμφωνία προβλέπεται ένας ορισμένος βαθμός αυτονομίας για τους Σέρβους του βορείου Κοσόβου, με υπαγωγή τους όμως στην Πρίστινα, ενώ Βελιγράδι και Πρίστινα συμφώνησαν πως καμία από τις δύο χώρες δε θα έχει δικαίωμα βέτο σε πιθανή ένταξη μιας από τις δύο χώρες σε διεθνή οργανισμό, όπως το ΝΑΤΟ ή η ΕΕ. Παρά τη συμφωνία η Σερβία δεν αναγνωρίζει την αποσχισθείσα Δημοκρατία του Κοσσυφοπεδίου ως ανεξάρτητη.

Το Κόσοβο έχει έκταση 10.905 τετραγωνικά χιλιόμετρα και συνορεύει με το Μαυροβούνιο στα δυτικά, την Αλβανία στα νοτιοδυτικά, τη Σερβία στα βόρεια και ανατολικά και με τη Βόρεια Μακεδονία στα νότια. Ο πληθυσμός του είναι 1.762.220[2] κάτοικοι (2022), εκ των οποίων το 92% αποτελούν Αλβανοί, ενώ το υπόλοιπο 7% αποτελούν Σέρβοι και 1% άλλες εθνότητες. Πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη στο Κόσοβο είναι η Πρίστινα.

Στις 8 Μαΐου του 2009 έγινε δεκτό το αίτημα του Κοσόβου να γίνει μέλος του ΔΝΤ.[11] Από τις 29 Ιουνίου του 2009 είναι μέλος της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Γεωγραφικός χάρτης του Κοσσυφοπεδίου
Εορτασμοί στην Πρίστινα για την πρώτη επέτειο της ανεξαρτησίας του Κοσόβου (17 Φεβρουαρίου 2009)

Στις 14 Δεκεμβρίου 2018 δημιουργήθηκε ο στρατός του Κοσόβου. Το 2020 υπό την προεδρία Τραμπ το Κόσοβο και η Σερβία υπέγραψαν την οικονομική ομαλοποίηση του Κοσόβου και της Σερβίας ή αλλιώς τη συμφωνία της Ουάσιγκτον. Αυτή υποστήριζε ότι το Κόσοβο και η Σερβία θα γινόντουσαν μέλη της ζώνης των Ανοιχτών Βαλκανίων, προηγουμένως γνωστή ως Μίνι-Σένγκεν. Επίσης η συμφωνία αυτή περιελάμβανε ότι για τουλάχιστον ένα χρόνο το Κόσοβο θα σταματήσει την προσπάθεια του να ενταχθεί σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Ιντερπόλ και άλλους, ενώ η Σερβία θα σταματούσε την καμπάνια της μη αναγνώρισης του Κοσόβου. Η συμφωνία αυτή περιελάμβανε επίσης και το ότι το Ισραήλ θα αναγνωρίσει το Κόσοβο υπό τη συγκατάθεση της Σερβίας [12]

Η στρατηγική θέση της χώρας συμπεριλαμβανομένων των άφθονων φυσικών πόρων ήταν ευνοϊκή για την ανάπτυξη ανθρώπινων οικισμών στο Κοσσυφοπέδιο, όπως τονίζεται από τους εκατοντάδες αρχαιολογικούς χώρους που εντοπίστηκαν σε όλη την επικράτειά του. Η πρώτη αρχαιολογική αποστολή στο Κοσσυφοπέδιο οργανώθηκε από τον Αυστροουγγρικό στρατό κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στους ταφικούς χώρους των Ιλλυρικών τύμβων του Νεπαρμπίστι στην περιοχή του Πρίζρεν.[13] Από το 2000, η αύξηση των αρχαιολογικών αποστολών έχει αποκαλύψει πολλούς, άγνωστους προηγουμένως χώρους. Τα παλαιότερα τεκμηριωμένα ίχνη στο Κοσσυφοπέδιο συνδέονται με την εποχή του λίθου, συγκεκριμένα υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να υπήρχαν σπηλαιώδεις κατοικίες, όπως για παράδειγμα το σπήλαιο Ραντιβόιτσε που κλείνει την πηγή του ποταμού Δρίνου, και στη συνέχεια υπάρχουν κάποιες ενδείξεις στο σπήλαιο Γκρντσαρ στον δήμο Βιτίνα και τα Σπήλαια Ντέμα και Καραμακάζ στο δήμο Ιπεκίου και άλλα.

Η εγκατάσταση ανθρώπων κατά την Παλαιολιθική εποχή δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμη από αρχαιολογικές αποστολές. Οι αρχαιότερες αρχαιολογικές μαρτυρίες οργανωμένου οικισμού, που έχουν βρεθεί στο Κοσσυφοπέδιο, ανήκουν στους νεολιθικούς πολιτισμούς Στάρτσεβο και Βίντσα.[14] Το Βλάσνια και το Ρούνια είναι σημαντικές τοποθεσίες της νεολιθικής εποχής. Οι βραχογραφίες στο Μρίζι ι Κομπάγιας, κοντά στο Βλάσνια είναι το πρώτο εύρημα της προϊστορικής τέχνης στο Κοσσυφοπέδιο.[15] Ανάμεσα στα ευρήματα των ανασκαφών στο νεολιθικό Ρούνικ είναι μια οκαρίνα από ψημένο πηλό, η οποία είναι το πρώτο μουσικό όργανο που καταγράφηκε ποτέ στο Κοσσυφοπέδιο.[14] Η αρχή της Εποχής του Χαλκού συμπίπτει με την παρουσία ταφικών χώρων τύμβων στο δυτικό Κοσσυφοπέδιο όπως και στην τοποθεσία Ρόμαγια.[16]

Ερείπια της Αρχαίας Ουλπιάνας που βρίσκονται νοτιοανατολικά της Πρίστινα. Η πόλη έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη μιας από τις σημαντικότερες πόλεις της ρωμαϊκής επαρχίας της Δαρδανίας.
Η Θεά στον Θρόνο είναι ένα από τα πιο σημαντικά αρχαιολογικά αντικείμενα του Κοσσυφοπεδίου και έχει υιοθετηθεί ως σύμβολο της Πρίστινα.
Το μοναστήρι Γκρατσάνιτσας, μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της Ουνέσκο.
Το μοναστήρι Βίσοκι Ντέτσανι είναι μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της Ουνέσκο.

Ως εκ τούτου, μέχρι να επιβεβαιωθούν οι αξιώσεις για ανθρώπινη παρουσία επί παλαιολιθικής και μεσολιθικής εποχής στη χώρα, υπάρχουν στοιχεία για παρουσία ανθρώπων στη χώρα κατά τη νεολιθική εποχή, ενώ οι νεολιθικές τοποθεσίες θεωρούνται η χρονολογική αρχή της ανθρώπινης παρουσίας στο Κοσσυφοπέδιο. Από αυτή την περίοδο μέχρι σήμερα το Κοσσυφοπέδιο κατοικείται και ίχνη δραστηριοτήτων κοινωνιών από την προϊστορική, αρχαία και μέχρι μεσαιωνική εποχή είναι ορατά σε όλη την επικράτειά του. Ενώ, σε ορισμένους αρχαιολογικούς χώρους, οι πολυστρωματικοί οικισμοί αντικατοπτρίζουν ξεκάθαρα τη συνέχεια της ζωής ανά τους αιώνες.[17]

Οι Δαρδάνοι ήταν η σημαντικότερη παλαιοβαλκανική φυλή στην περιοχή του Κοσσυφοπεδίου. Μια ευρεία περιοχή που αποτελείται από το Κοσσυφοπέδιο, τμήματα της Βόρειας Μακεδονίας και την ανατολική Σερβία ονομάστηκε Δαρδανία κατά την κλασική αρχαιότητα. Τα ανατολικά τμήματα της περιοχής βρίσκονταν στη ζώνη Θρακοϊλλυρικής επαφής. Στην αρχαιολογική έρευνα, τα ιλλυρικά ονόματα κυριαρχούν στη δυτική Δαρδανία (σημερινό Κόσοβο), ενώ τα θρακικά ονόματα απαντώνται κυρίως στην ανατολική Δαρδανία (σημερινή νοτιοανατολική Σερβία).

Τα θρακικά τοπωνύμια απουσιάζουν στη δυτική Δαρδανία. ενώ μερικά Ιλλυρικά ονόματα εμφανίζονται στα ανατολικά μέρη. Έτσι, η ταύτισή των κατοίκων είτε ως Ιλλυρική είτε ως Θρακική φυλή έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης. Η εθνογλωσσική σχέση μεταξύ των δύο ομάδων είναι σε μεγάλο βαθμό αβέβαιη και έχει συζητηθεί ακόμη και η ίδια αν υπάρχει. Η αντιστοιχία των Ιλλυρικών ονομάτων –συμπεριλαμβανομένων αυτών της άρχουσας ελίτ– στη Δαρδανία με αυτά των νότιων Ιλλυριών υποδηλώνει «θρακοποίηση» τμημάτων της Δαρδανίας.[18] Οι Δαρδάνοι διατήρησαν μια ατομικότητα και κατάφεραν να διατηρηθούν ως κοινότητα μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία νέων ομάδων στη ρωμαϊκή εποχή.[19]

Το ρωμαϊκό κράτος προσάρτησε τη Δαρδανία τον πρώτο αιώνα μ.Χ. Η σημασία της περιοχής βρισκόταν στο μεταλλευτικό της κοίτασμα (metalla Dardana) που αξιοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό ανά τους αιώνες. Το Κοσσυφοπέδιο ήταν μέρος δύο επαρχιών, της Πραιβαλίδας και της Δαρδανίας. Η Ουλπιάνας είναι ο σημαντικότερος δήμος που αναπτύχθηκε στο Κοσσυφοπέδιο.[20] Επανιδρύθηκε ως Ιουστινιάνα Σεκούνδα υπό τον Ιουστινιανό τον 6ο αιώνα μ.Χ. [21]

Τους επόμενους αιώνες, το Κοσσυφοπέδιο ήταν παραμεθόρια επαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η περιοχή ήταν εκτεθειμένη σε αυξανόμενο αριθμό επιδρομών από τον 4ο αιώνα μ.Χ. και μετά, με αποκορύφωμα τις σλαβικές μεταναστεύσεις του 6ου και 7ου αιώνα.

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα γραμμή επιχειρημάτων που υποδηλώνει ότι η σλαβική παρουσία στο Κοσσυφοπέδιο και στο νοτιότερο τμήμα της κοιλάδας Μοράβα μπορεί να ήταν αρκετά αδύναμη κατά τον πρώτο ή δύο αιώνες της Σλάβικης εγκατάστασης. Μόνο τον ένατο αιώνα βλέπουμε την επέκταση μιας ισχυρής σλαβικής (ή σχεδόν σλαβικής) δύναμης σε αυτήν την περιοχή. Υπό μια σειρά φιλόδοξων ηγεμόνων, οι Βούλγαροι – ένας σλαβικός πληθυσμός που απορρόφησε, γλωσσικά και πολιτιστικά, την κυρίαρχη ελίτ των τουρκόφωνων Βουλγάρων – επεκτάθηκαν προς τα δυτικά στη σύγχρονη Μακεδονία και την ανατολική Σερβία, ώσπου στη δεκαετία του 850 είχαν καταλάβει το Κοσσυφοπέδιο και πίεζαν τα σύνορα των Ράσκεων.[22]

Η Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία απέκτησε το Κοσσυφοπέδιο στα μέσα του 9ου αιώνα, αλλά ο βυζαντινός έλεγχος αποκαταστάθηκε στα τέλη του 10ου αιώνα. Το 1072, οι ηγέτες της Βουλγαρικής Εξέγερσης του Γκεόργκι Βόιτεχ ταξίδεψαν από το κέντρο τους στα Σκόπια στο Πρίζρεν και έκαναν μια συνάντηση στην οποία κάλεσαν τον Μιχάιλο Βόισλαβλιεβιτς της Διόκλειας να τους στείλει βοήθεια. Ο Μιχαήλο έστειλε τον γιο του, Κωνσταντίνο Μποντίν με 300 στρατιώτες του. Αφού συναντήθηκαν, οι Βούλγαροι ηγέτες τον ανακήρυξαν «Αυτοκράτορα των Βουλγάρων».[23] Η εξέγερση κατεστάλη από τον Νικηφόρο Βρυέννιο. Ο Δημήτριος Χωματηνός είναι ο τελευταίος βυζαντινός αρχιεπίσκοπος της Αχρίδας που περιέλαβε το Πρίζρεν στη δικαιοδοσία του μέχρι το 1219[24] Ο Στέφανος Νεμάνια είχε καταλάβει την περιοχή κατά μήκος του Λευκού Δρίνου το 1185-95 και η εκκλησιαστική διάσπαση της Πρίζρεν από το Πατριαρχείο το 1219 ήταν η τελική πράξη για την εγκαθίδρυση της κυριαρχίας της δυναστείας Νεμάνιτς. Ο Κονσταντίν Γίρετσεκ συμπέρανε, από την αλληλογραφία του αρχιεπισκόπου της Αχρίδας Δημητρίου (1216–36), ότι η Δαρδανία (σύγχρονο Κοσσυφοπέδιο) κατοικείται όλο και περισσότερο από Αλβανούς και η επέκταση ξεκίνησε από την περιοχή της Τζάκοβα και του Πρίζρεν, πριν από τη σλαβική επέκταση.[25]

Το ζενίθ της σερβικής ισχύος έφτασε το 1346, με τη συγκρότηση της Σερβικής Αυτοκρατορίας (1346-1371). Κατά τον 13ο και 14ο αιώνα, το Κοσσυφοπέδιο έγινε πολιτικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο του Σερβικού Βασιλείου. Στα τέλη του 13ου αιώνα, η έδρα της Σερβικής Αρχιεπισκοπής μεταφέρθηκε στην Πέγια, και οι ηγεμόνες επικεντρώθηκαν μεταξύ Πρίζρεν και Σκοπίων,[26] κατά την οποία χτίστηκαν χιλιάδες χριστιανικά μοναστήρια και οχυρά και κάστρα φεουδαρχικού τύπου.[27] Ο Στέφανος Δουσάν χρησιμοποίησε το Φρούριο του Πρίζρεν ως προσωρινή αυλή του για ένα διάστημα. Όταν η Σερβική Αυτοκρατορία κατακερματίστηκε σε ένα συγκρότημα πριγκιπάτων το 1371, το Κοσσυφοπέδιο έγινε η κληρονομική γη του Οίκου του Μπράνκοβιτς. Στα τέλη του 14ου και τον 15ο αιώνα τμήματα του Κοσσυφοπεδίου, η ανατολικότερη περιοχή του οποίου βρισκόταν κοντά στην Πρίστινα, ήταν μέρος του Πριγκιπάτου του Δουκαγινίου, το οποίο αργότερα ενσωματώθηκε σε μια αντιοθωμανική ομοσπονδία όλων των αλβανικών ηγεμονιών, την Ένωση της Λέζας.[28]

Τα Μεσαιωνικά Μνημεία στο Κοσσυφοπέδιο αποτελούν σήμερα συνδυασμένο Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Ουνέσκο που αποτελείται από τέσσερις σερβικές ορθόδοξες εκκλησίες και μοναστήρια. Οι κατασκευές ιδρύθηκαν από μέλη της δυναστείας Νεμάνιτς, της σημαντικότερης δυναστείας της Σερβίας κατά τον Μεσαίωνα.[29]

Το Βασίλειο της Βοσνίας και το Δεσποτάτο της Σερβίας το 1422.

Στη Μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389, οι οθωμανικές δυνάμεις νίκησαν έναν συνασπισμό με επικεφαλής τον Λάζαρο της Σερβίας.[30][31] Μερικοί ιστορικοί, κυρίως ο Νόελ Μάλκολμ, υποστηρίζουν ότι η μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389 δεν τελείωσε με οθωμανική νίκη και ότι «το σερβικό κράτος επιβίωσε για άλλα εβδομήντα χρόνια».[32] Αμέσως μετά, ο γιος του Λάζαρου αποδέχτηκε την τουρκική ονομαστική υποτέλεια (όπως και κάποια άλλα σερβικά πριγκιπάτα) και η κόρη του Λάζαρου παντρεύτηκε τον Σουλτάνο για να επισφραγίσει την ειρήνη. Μέχρι το 1459, οι Οθωμανοί κατέκτησαν τη νέα σερβική πρωτεύουσα Σμεντέρεβο,[33] αφήνοντας το Βελιγράδι και τη Βοϊβοντίνα υπό ουγγρική κυριαρχία μέχρι το δεύτερο τέταρτο του 16ου αιώνα.

Το Κοσσυφοπέδιο ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το 1455 έως το 1912, αρχικά ως μέρος του εγιαλετίου της Ρωμυλίας και από το 1864 ως ξεχωριστή επαρχία (βιλαέτι). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το Ισλάμ έγινε σημαντική θρησκεία. Το Βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου ήταν μια περιοχή πολύ μεγαλύτερη από το σημερινό Κοσσυφοπέδιο. περιλάμβανε όλη τη σημερινή επικράτεια του Κοσσυφοπεδίου, τμήματα της περιοχής Σάντζακ που ανήκουν στη Σουμάντιγια και Δυτική Σερβία και τη Μαυροβούνιο μαζί με τον δήμο Κούκεσι, τη γύρω περιοχή στη σημερινή βόρεια Αλβανία και επίσης τμήματα της βορειοδυτικής Βόρειας Μακεδονίας με την πόλη των Σκοπίων, ως πρωτεύουσά. Μεταξύ του 1881 και του 1912 επεκτάθηκε εσωτερικά για να συμπεριλάβει άλλες περιοχές της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένων μεγαλύτερων αστικών οικισμών όπως το Στιπ, το Κουμάνοβο και το Κράτοβο. Σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, οι Σέρβοι πιθανότατα αποτελούσαν την πλειοψηφία του Κοσσυφοπεδίου από τον 8ο έως τα μέσα του 19ου αιώνα.[34][35] Ωστόσο, αυτός ο ισχυρισμός είναι δύσκολο να αποδειχθεί, καθώς οι ιστορικοί που βασίζουν τα έργα τους σε οθωμανικές πηγές της εποχής δίνουν ακλόνητες αποδείξεις ότι τουλάχιστον το δυτικό και το κεντρικό τμήμα του Κοσσυφοπεδίου είχαν αλβανική πλειοψηφία. Ο μελετητής Φρέντρικ Φ. Άνσκοουμπ δείχνει ότι το Πρίζρεν και το Βούτσιτριν δεν είχαν σερβικό πληθυσμό στις αρχές του 17ου αιώνα. Το Πρίζρεν κατοικούνταν από ένα μείγμα Καθολικών και Μουσουλμάνων Αλβανών, ενώ το Βούτσιτριν είχε ένα μείγμα αλβανόφωνων και τουρκόφωνων, ακολουθούμενο από μια μικρή σερβική μειονότητα. Η Τζάκοβα ιδρύθηκε από Αλβανούς τον 16ο αιώνα και η Πέγια είχε συνεχή παρουσία της αλβανικής φυλής Κελμενντί. Το κεντρικό Κοσσυφοπέδιο ήταν μικτό, αλλά μεγάλα τμήματα της κοιλάδας της Ντρένιτσα ήταν αλβανόφωνο. Το Κεντρικό Κοσσυφοπέδιο, καθώς και οι πόλεις Πρίζρεν, Τζάκοβα και η περιοχή Χας προμήθευαν τακτικά τις οθωμανικές δυνάμεις με εισφορές και μισθοφόρους.[36]

Η πόλη του Πρίζρεν ήταν το πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο του Κοσσυφοπεδίου κατά την Οθωμανική περίοδο κατά τον Μεσαίωνα και τώρα είναι η ιστορική πρωτεύουσα του Κοσσυφοπεδίου.

Στις αρχές του δέκατου έκτου αιώνα, μια μεγάλη μετανάστευση Αλβανών στο Κοσσυφοπέδιο είχε ως αποτέλεσμα μια σημαντική αλβανική εθνοτική παρουσία σε ορισμένες περιοχές του Δυτικού Κοσσυφοπεδίου, η οποία συνεχίστηκε και τον επόμενο αιώνα.[37] Ο ιστορικός Νόελ Μάλκολμ αμφισβητεί αυτήν την άποψη, χρησιμοποιώντας οθωμανικά έγγραφα που κατέγραφαν μετανάστες που εισέρχονταν στην περιοχή του Κοσσυφοπεδίου από τον 15ο έως τον 18ο αιώνα και αλβανικές καθολικές πηγές από τον 17ο αιώνα που γράφτηκαν σε περιοχές της βόρειας Αλβανίας που κατέγραψαν μεταναστεύσεις έξω από την περιοχή, ο Μάλκολμ υποστηρίζει ότι η πλειοψηφία των μεταναστών στην περιοχή του Κοσσυφοπεδίου κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν ήταν Αλβανοί.[32] Ο πληθυσμός του Κοσσυφοπεδίου ήταν επίσης πολύ μεγαλύτερος από αυτόν της βόρειας και κεντρικής Αλβανίας και ο ρυθμός ανάπτυξής του χαμηλότερος.[32] Το Κοσσυφοπέδιο ήταν μέρος της ευρύτερης οθωμανικής περιοχής που καταλήφθηκε από τις αυστριακές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου του 1683–99,[38] αλλά οι Οθωμανοί αποκατέστησαν την κυριαρχία τους στην περιοχή. Τέτοιες πράξεις βοήθειας από την Αυστριακή Αυτοκρατορία (τότε αντίπαλοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) ή τη Ρωσία, ήταν πάντα αποτυχημένες ή προσωρινές στην καλύτερη περίπτωση.[34][39] Το 1690, ο Σέρβος Πατριάρχης Αρσένιος Γ΄ Τσαρνογέβιτς οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους από το Κοσσυφοπέδιο στον χριστιανικό βορρά, σε αυτό που έγινε γνωστό ως η Μεγάλη Σερβική Μετανάστευση. Ο Άνσκοουμπ αμφισβητεί το γεγονός ότι αυτή η έξοδος επηρέασε το Κοσσυφοπέδιο, καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία ότι τμήματα του Κοσσυφοπεδίου ερημώθηκαν. Στοιχεία ερήμωσης μπορούν να βρεθούν μόνο σε περιοχές μεταξύ Νις και Βελιγραδίου. Ορισμένοι Αλβανοί από τα Σκόπια και άλλες περιοχές εκτοπίστηκαν για να ανακατοικήσουν ορισμένες περιοχές γύρω από τη Νις, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία ότι τέτοια γεγονότα έλαβαν χώρα στο Κοσσυφοπέδιο.[36][40] Το 1766, οι Οθωμανοί κατάργησαν το Πατριαρχείο της Πέγιας και επέβαλαν πλήρως τον φόρο τζίζιας στον μη μουσουλμανικό πληθυσμό του.

Αν και αρχικά ήταν ισχυροί αντίπαλοι των Τούρκων, οι Αλβανοί οπλαρχηγοί αποδέχθηκαν τελικά τους Οθωμανούς ως κυρίαρχους. Η συμμαχία που προέκυψε διευκόλυνε τον μαζικό εξισλαμισμό των Αλβανών. Δεδομένου ότι οι υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν χωρισμένοι βάσει θρησκευτικών (και όχι εθνοτικών) γραμμών, ο εξισλαμισμός ανύψωσε πολύ το καθεστώς των Αλβανών οπλαρχηγών. Πριν από αυτό, οργανώνονταν σε απλές φυλετικές γραμμές, ζώντας στις ορεινές περιοχές της σύγχρονης Αλβανίας (από την Κρούγιε έως την οροσειρά Σαρ).[41] Σύντομα, επεκτάθηκαν σε ένα ερημωμένο Κοσσυφοπέδιο,[42] καθώς και στη βορειοδυτική Μακεδονία, αν και ορισμένοι μπορεί να ήταν αυτόχθονες στην περιοχή. [43] Ωστόσο, ο Μπάνατς ευνοεί την ιδέα ότι οι κύριοι άποικοι της εποχής ήταν Βλάχοι.[34] Αιώνες νωρίτερα, οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου ήταν κατά κύριο λόγο χριστιανοί ενώ και Αλβανοί και Σέρβοι ως επί το πλείστον συνυπήρχαν ειρηνικά. Οι Οθωμανοί φάνηκε να έχουν μια πιο σκόπιμη προσέγγιση για τον προσηλυτισμό του ρωμαιοκαθολικού πληθυσμού, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν Αλβανοί σε σύγκριση με οπαδούς της Ανατολικής Ορθοδοξίας που ήταν κυρίως Σέρβοι, καθώς έβλεπαν την πρώτη εθνότητα λιγότερο ευνοϊκά λόγω της πίστης της στη Ρώμη, μια ανταγωνιστική περιφερειακή δύναμη.[37]

Πολλοί Αλβανοί κέρδισαν εξέχουσες θέσεις στην οθωμανική κυβέρνηση. «Οι Αλβανοί είχαν μικρή αιτία αναταραχής», σύμφωνα με τον συγγραφέα Ντένις Χούπτσικ. «Αν μη τι άλλο, έγιναν σημαντικά στις οθωμανικές εσωτερικές υποθέσεις» παρατηρεί ο ίδιος.[44] Τον 19ο αιώνα, υπήρξε μια αφύπνιση του εθνικισμού σε όλα τα Βαλκάνια. Οι υποκείμενες εθνοτικές εντάσεις έγιναν μέρος ενός ευρύτερου αγώνα των Χριστιανών Σέρβων εναντίον των Μουσουλμάνων Αλβανών.[31] Το αλβανικό εθνικιστικό κίνημα είχε επίκεντρο το Κοσσυφοπέδιο. Το 1878 σχηματίστηκε η Ένωση της Πρίζρεν. Αυτή ήταν μια πολιτική οργάνωση που προσπαθούσε να ενώσει όλους τους Αλβανούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε έναν κοινό αγώνα για αυτονομία και μεγαλύτερα πολιτιστικά δικαιώματα,[45] αν και γενικά επιθυμούσαν τη συνέχιση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[42] Η Ένωση διαλύθηκε το 1881 αλλά επέτρεψε την αφύπνιση μιας εθνικής ταυτότητας μεταξύ των Αλβανών.[46] Οι αλβανικές φιλοδοξίες συναγωνίζονταν αυτές των Σέρβων. Το Βασίλειο της Σερβίας ήθελε να ενσωματώσει αυτή τη γη που προηγουμένως ήταν εντός της αυτοκρατορίας των Σέρβων.

Η σύγχρονη Αλβανο-Σερβική σύγκρουση έχει τις ρίζες της στην εκδίωξη των Αλβανών το 1877-1878 από περιοχές που ενσωματώθηκαν στο Πριγκιπάτο της Σερβίας.[47][48] Κατά τη διάρκεια και μετά τον σερβοτουρκικό πόλεμο του 1876-78, 30.000 με 70.000 μουσουλμάνοι, κυρίως Αλβανοί, εκδιώχθηκαν από τον σερβικό στρατό από το σαντζάκι της Νις και κατέφυγαν στο Βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου.[49][50][51][52][53][54] Σύμφωνα με αυστριακά δεδομένα, μέχρι τη δεκαετία του 1890 το Κοσσυφοπέδιο ήταν 70% μουσουλμάνοι (σχεδόν εξ ολοκλήρου αλβανικής καταγωγής) και λιγότερο από 30% μη μουσουλμάνοι (κυρίως Σέρβοι).[37] Τον Μάιο του 1901, οι Αλβανοί λεηλάτησαν και έκαψαν μερικώς τις πόλεις Νόβι Παζάρ, Σιένιτσα και Πρίστινα και σφαγίασαν Σέρβους στην περιοχή Κολάσιν.[55][56]

Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η κατάτμηση του βιλαετίου του Κοσσυφοπεδίου μεταξύ του Βασιλείου της Σερβίας (κίτρινο) και του Βασιλείου του Μαυροβουνίου (πράσινο) μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1913.

Το κίνημα των Νεότουρκων ανέλαβε τον έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά από πραξικόπημα το 1912 που καθαίρεσε τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄. Το κίνημα υποστήριζε μια συγκεντρωτική μορφή διακυβέρνησης και αντιτάχθηκε σε κάθε είδους αυτονομία που επιθυμούσαν οι διάφορες εθνικότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντ' αυτού προωθήθηκε η πίστη στον οθωμανισμό.[57] Μια Αλβανική εξέγερση το 1912 αποκάλυψε τα βόρεια εδάφη της αυτοκρατορίας στο Κοσσυφοπέδιο και το Νόβι Παζάρ, η οποία οδήγησε σε εισβολή από τον στρατό Βασιλείου του Μαυροβουνίου. Οι Οθωμανοί υπέστησαν μια σοβαρή ήττα από τους Αλβανούς το 1912, με αποκορύφωμα την απώλεια των περισσότερων αλβανικών εδαφών από τους Οθωμανούς. Οι Αλβανοί απείλησαν να βαδίσουν μέχρι τη Θεσσαλονίκη και να επαναφέρουν τον Αμπντούλ Χαμίτ στον θρόνο.[58]

Ένα κύμα Αλβανών στις τάξεις του οθωμανικού στρατού επίσης εγκατέλειψε αυτή την περίοδο, αρνούμενοι να πολεμήσουν τους ομοεθνείς τους. Τον Σεπτέμβριο του 1912, μια κοινή βαλκανική δύναμη αποτελούμενη από σερβικές, μαυροβουνιακές, βουλγαρικές και ελληνικές δυνάμεις έδιωξε τους Οθωμανούς από τις περισσότερες ευρωπαϊκές κτήσεις τους. Η άνοδος του εθνικισμού παρεμπόδισε τις σχέσεις μεταξύ Αλβανών και Σέρβων στο Κοσσυφοπέδιο, λόγω της επιρροής από Ρώσους, Αυστριακούς και Οθωμανούς.[59] Μετά την ήττα των Οθωμανών στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο, υπογράφηκε η Συνθήκη του Λονδίνου με το Δυτικό Κοσσυφοπέδιο (Μετόχια) να παραχωρείται στο Βασίλειο του Μαυροβουνίου και το Ανατολικό Κοσσυφοπέδιο στο Βασίλειο της Σερβίας.[60] Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, πάνω από 100.000 Αλβανοί εγκατέλειψαν το Κοσσυφοπέδιο και περίπου 20.000 σκοτώθηκαν.[61] Σύντομα, υπήρξαν συντονισμένες σερβικές προσπάθειες αποικισμού στο Κοσσυφοπέδιο κατά τη διάρκεια διαφόρων περιόδων μεταξύ της κατάληψης της επαρχίας από τη Σερβία το 1912 και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι ο πληθυσμός των Σέρβων στο Κοσσυφοπέδιο μειώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά είχε αυξηθεί σημαντικά πριν από τότε.[32]

Γερμανοί στρατιώτες πυρπόλησαν ένα σερβικό χωριό κοντά στη Μιτρόβιτσα, περίπου το 1941.

Έγινε έξοδος του ντόπιου αλβανικού πληθυσμού. Οι σερβικές αρχές προώθησαν τη δημιουργία νέων σερβικών οικισμών στο Κοσσυφοπέδιο καθώς και την αφομοίωση των Αλβανών στη σερβική κοινωνία.[62] Πολλές οικογένειες Σέρβων αποίκων μετακόμισαν στο Κοσσυφοπέδιο, εξισώνοντας τη δημογραφική ισορροπία μεταξύ Αλβανών και Σέρβων. Κατά την περίοδο 1912-1915, μάζες Αλβανών εγκατέλειψαν το Κοσσυφοπέδιο. Οι αριθμοί των Αλβανών που εκδιώχθηκαν βίαια από το Κοσσυφοπέδιο κυμαίνονται μεταξύ 60.000-239.807 ατόμων, ενώ ο Μάλκολμ αναφέρει 100.000-120.000. Σε συνδυασμό με την πολιτική της εξόντωσης και της εκδίωξης, υπήρξε επίσης μια διαδικασία αφομοίωσης μέσω θρησκευτικού προσηλυτισμού Αλβανών Μουσουλμάνων και Αλβανών Καθολικών στη Σερβική Ορθόδοξη θρησκεία που έλαβε χώρα ήδη από το 1912. Αυτές οι πολιτικές φαίνεται να έχουν εμπνευστεί από τις εθνικιστικές ιδεολογίες των Ίλιγια Γκαρασάνιν και Γιοβάν Τσβίγιτς.[63]

Τον χειμώνα του 1915–1916, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Κοσσυφοπέδιο είδε την υποχώρηση του σερβικού στρατού καθώς το Κοσσυφοπέδιο καταλήφθηκε από τη Βουλγαρία και την Αυστροουγγαρία. Το 1918, οι Συμμαχικές Δυνάμεις απώθησαν τις Κεντρικές Δυνάμεις από το Κοσσυφοπέδιο. Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Βασίλειο της Σερβίας μετατράπηκε στο Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων την 1η Δεκεμβρίου 1918.

Το Κοσσυφοπέδιο χωρίστηκε σε τέσσερις επαρχίες, τρεις από τις οποίες αποτελούν μέρος της Σερβίας (Ζβέτσαν, Κοσσυφοπέδιο και νότια Μετόχια) και μία του Μαυροβουνίου (βόρεια Μετόχια). Ωστόσο, το νέο σύστημα διοίκησης από τις 26 Απριλίου 1922 χώρισε το Κοσσυφοπέδιο σε τρεις περιφέρειες (περιφέρειες) του Βασιλείου: Κοσσυφοπέδιο, Ράσκα και Ζέτα. Το 1929, η χώρα μετατράπηκε σε Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας και τα εδάφη του Κοσσυφοπεδίου αναδιοργανώθηκαν μεταξύ της μπανόβινα της Ζέτας, της μπανόβινας του Μοράβα και της μπανόβινας του Βαρδάρη. Προκειμένου να αλλάξει η εθνοτική σύνθεση του Κοσσυφοπεδίου, μεταξύ 1912 και 1941 πραγματοποιήθηκε από την κυβέρνηση του Βελιγραδίου μια μεγάλης κλίμακας σερβικός επανεποικισμός του Κοσσυφοπεδίου. Εν τω μεταξύ, το δικαίωμα των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου να λάβουν εκπαίδευση στη γλώσσα τους δεν έγινε αποδεκτό μαζί με άλλα μη σλαβικά ή μη αναγνωρισμένα σλαβικά έθνη της Γιουγκοσλαβίας, καθώς το βασίλειο αναγνώριζε μόνο τα σλαβικά κροατικά, τα σερβικά και τα σλοβενικά έθνη ως συστατικά έθνη της Γιουγκοσλαβίας, ενώ άλλοι Σλάβοι έπρεπε να ταυτιστούν ως ένα από τα τρία επίσημα σλαβικά έθνη ενώ τα μη σλαβικά έθνη θεωρούνταν μόνο ως μειονότητες.[62]

Αλβανοί και άλλοι Μουσουλμάνοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν, κυρίως με τη μεταρρύθμιση της γης που έπληξε τους Αλβανούς γαιοκτήμονες το 1919, αλλά και με άμεσα βίαια μέτρα.[64][32] Το 1935 και το 1938 υπογράφηκαν δύο συμφωνίες μεταξύ του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας και της Τουρκίας για τον εκπατρισμό 240.000 Αλβανών στην Τουρκία, η οποία δεν ολοκληρώθηκε λόγω του ξεσπάσματος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.[65]

Μετά την εισβολή του Άξονα στη Γιουγκοσλαβία το 1941, το μεγαλύτερο μέρος του Κοσσυφοπεδίου ανατέθηκε στην ελεγχόμενη από τους Ιταλούς Αλβανία, με το υπόλοιπο να ελέγχεται από τη Γερμανία και τη Βουλγαρία. Ακολούθησε μια τρισδιάστατη σύγκρουση που αφορούσε διαεθνοτικές, ιδεολογικές και διεθνείς συσχετίσεις, με την πρώτη να είναι η πιο σημαντική. [66] Αλβανοί συνεργάτες καταδίωξαν Σέρβους και Μαυροβούνιους εποίκους,[67] με περίπου 10.000 νεκρούς και μεταξύ 70.000 και 100.000 εκτοπισμένους ή μεταφερμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Πρίστινα και τη Μιτρόβιτσα.[68] Ωστόσο, αυτές οι συγκρούσεις ήταν σχετικά χαμηλού επιπέδου σε σύγκριση με άλλες περιοχές της Γιουγκοσλαβίας κατά τα χρόνια του πολέμου, με δύο Σέρβους ιστορικούς να υπολογίζουν επίσης ότι 12.000 Αλβανοί έχασαν τη ζωή τους.[66] Μια επίσημη έρευνα που διεξήχθη από τη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση το 1964 κατέγραψε σχεδόν 8.000 θανάτους που σχετίζονται με τον πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο μεταξύ 1941 και 1945, 5.489 από τους οποίους ήταν Σέρβοι και Μαυροβούνιοι και 2.177 από τους οποίους ήταν Αλβανοί.[69] Υπήρξε μεγάλης κλίμακας αλβανική μετανάστευση από την Αλβανία στο Κοσσυφοπέδιο, η οποία από ορισμένους μελετητές εκτιμάται ότι κυμαίνεται από 72.000[68][70] έως 260.000 άτομα (με τάση κλιμάκωσης όσο προχωρούσαν τα χρόνια, με το τελευταίο νούμερο να είναι σε μια αναφορά του 1985). Ορισμένοι ιστορικοί και σύγχρονες αναφορές τονίζουν ότι μια μεγάλης κλίμακας μετανάστευση Αλβανών από την Αλβανία στο Κοσσυφοπέδιο δεν καταγράφεται στα έγγραφα του Άξονα.[32]

Κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η σημαία της Αλβανικής μειονότητας του Κοσσυφοπεδίου στη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας.

Η επαρχία όπως στο περίγραμμά της σήμερα διαμορφώθηκε για πρώτη φορά το 1945 ως Αυτόνομη Περιοχή Κοσσυφοπεδίου-Μετόχιας. Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μόνη οντότητα που έφερε το όνομα Κοσσυφοπέδιο ήταν μια πολιτική μονάδα προερχόμενη από το πρώην βιλαέτι, η οποία δεν είχε ιδιαίτερη σημασία για τον εσωτερικό πληθυσμό της. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (η οποία προηγουμένως έλεγχε την επικράτεια), ήταν ένα βιλαέτι με τα σύνορά του να έχουν αναθεωρηθεί σε πολλές περιπτώσεις. Όταν υπήρχε για τελευταία φορά η οθωμανική επαρχία, περιελάμβανε περιοχές που τώρα είτε είχαν παραχωρηθεί στην Αλβανία, είτε βρέθηκαν εντός των νεοσύστατων γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών του Μαυροβουνίου ή της Βόρειας Μακεδονίας (συμπεριλαμβανομένης της προηγούμενης πρωτεύουσάς της, των Σκοπίων) με ένα άλλο τμήμα στην περιοχή Σαντζακίου στη νοτιοδυτική Σερβία.

Ο Φαντίλ Χότζα, Αντιπρόεδρος της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, από το 1978 έως το 1979.

Οι εντάσεις μεταξύ των Αλβανών και της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης ήταν σημαντικές, όχι μόνο λόγω εθνοτικών εντάσεων αλλά και λόγω πολιτικών ιδεολογικών ανησυχιών, ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις με τη γειτονική Αλβανία.[71] Σκληρά κατασταλτικά μέτρα επιβλήθηκαν στους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου λόγω υποψιών ότι υπήρχαν υποστηρικτές του σταλινικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα της Αλβανίας.[71] Το 1956, διεξήχθη μια στημένη δίκη στην Πρίστινα, στην οποία πολλοί Αλβανοί κομμουνιστές του Κοσσυφοπεδίου καταδικάστηκαν ως σαμποτέρ από την Αλβανία και τους καταδικάστηκαν μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης.[71] Ο υψηλόβαθμος Σέρβος κομμουνιστής αξιωματούχος Αλεξάνταρ Ράνκοβιτς προσπάθησε να εξασφαλίσει τη θέση των Σέρβων στο Κοσσυφοπέδιο και τους έδωσε κυρίαρχη θέση στη νομενκλατούρα του Κοσσυφοπεδίου.[72]

Το Ισλάμ στο Κοσσυφοπέδιο εκείνη την εποχή καταπιέστηκε και τόσο οι Αλβανοί όσο και οι Μουσουλμάνοι Σλάβοι ενθαρρύνθηκαν να δηλώσουν ότι είναι Τούρκοι και να μεταναστεύσουν στην Τουρκία.[71] Την ίδια στιγμή οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι κυριαρχούσαν στην κυβέρνηση, τις δυνάμεις ασφαλείας και τις βιομηχανίες στο Κοσσυφοπέδιο.[71] Οι Αλβανοί δυσανασχετούσαν με αυτές τις συνθήκες και διαμαρτυρήθηκαν εναντίον τους στα τέλη της δεκαετίας του 1960, κατηγορώντας τις ενέργειες των αρχών στο Κοσσυφοπέδιο ως αποικιοκρατικές, καθώς και απαιτώντας να γίνει δημοκρατία το Κοσσυφοπέδιο ή δηλώνοντας υποστήριξη στην Αλβανία.[71]

Μετά την αποπομπή του Ράνκοβιτς το 1966, η ατζέντα των μεταρρυθμιστών υπέρ της αποκέντρωσης στη Γιουγκοσλαβία, ειδικά από τη Σλοβενία και την Κροατία, ήταν αυτή που επικράτησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και

Δημοκρατίες και επαρχίες της ΣΟΔ Γιουγκοσλαβίας.

στόχευε στο να επιτύχει ουσιαστική αποκέντρωση των εξουσιών, δημιουργώντας ουσιαστική αυτονομία στο Κοσσυφοπέδιο και τη Βοϊβοντίνα, και αναγνωρίζοντας μια μουσουλμανική εθνότητα στη Γιουγκοσλαβία.[72] Ως αποτέλεσμα αυτών των μεταρρυθμίσεων, υπήρξε μια μαζική αναμόρφωση της νομενκλατούρας και της αστυνομίας του Κοσσυφοπεδίου, η οποία μετατράπηκε από σερβοκρατούμενη σε αλβανοκρατούμενη μέσω της απόλυσης Σέρβων σε μεγάλη κλίμακα.[72] Περαιτέρω παραχωρήσεις έγιναν στους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου ως απάντηση στην αναταραχή, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας του Πανεπιστημίου της Πρίστινα ως ίδρυμα το οποίο θα λειτουργούσε στην αλβανική γλώσσα.[72] Αυτές οι αλλαγές δημιούργησαν διάχυτο φόβο στους Σέρβους ότι τους γίνονταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας στη Γιουγκοσλαβία.[72] Με το Σύνταγμα της Γιουγκοσλαβίας του 1974, στο Κοσσυφοπέδιο παραχωρήθηκε μεγάλη αυτονομία, επιτρέποντάς του να έχει τη δική του διοίκηση, συνέλευση και δικαστικό σώμα. καθώς και με συμμετοχή στη συλλογική προεδρία και στο γιουγκοσλαβικό κοινοβούλιο, στο οποίο είχε δικαίωμα βέτο.[71]

Στον απόηχο της υιοθέτησης συντάγματος του 1974, οι ανησυχίες για την άνοδο του αλβανικού εθνικισμού στο Κοσσυφοπέδιο αυξήθηκαν με τους ευρέως διαδεδομένους εορτασμούς το 1978 της 100ής επετείου από την ίδρυση της Ένωσης του Πρίζρεν.[71] Οι Αλβανοί θεώρησαν ότι το καθεστώς τους ως «μειονότητας» στη Γιουγκοσλαβία τους είχε κάνει πολίτες δεύτερης κατηγορίας σε σύγκριση με τα «έθνη» της Γιουγκοσλαβίας και απαίτησαν το Κοσσυφοπέδιο να είναι μια συνιστώσα δημοκρατία, μαζί με τις άλλες δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας.[71] Οι διαμαρτυρίες των Αλβανών το 1981 για το καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου είχαν ως αποτέλεσμα να εισέλθουν μονάδες εδαφικής άμυνας της Γιουγκοσλαβίας στο Κοσσυφοπέδιο και να κηρυχθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης με αποτέλεσμα την άσκηση βίας και τη συντριβή των διαδηλώσεων.[71] Στον απόηχο των διαδηλώσεων του 1981, πραγματοποιήθηκαν εκκαθαρίσεις στο Κομμουνιστικό Κόμμα και τα δικαιώματα που είχαν χορηγηθεί πρόσφατα στους Αλβανούς καταργήθηκαν– συμπεριλαμβανομένου του τερματισμού της παροχής Αλβανών καθηγητών και εγχειριδίων στην αλβανική γλώσσα στο εκπαιδευτικό σύστημα.[71]

Λόγω των πολύ υψηλών ποσοστών γεννήσεων, το ποσοστό των Αλβανών αυξήθηκε από 75% σε πάνω από 90%. Αντίθετα, ο αριθμός των Σέρβων μόλις αυξήθηκε και στην πραγματικότητα μειώθηκε από το 15% στο 8% του συνολικού πληθυσμού, αφού πολλοί Σέρβοι έφυγαν από το Κοσσυφοπέδιο ως απάντηση στην έλλειψη ευκαιριών και τα αυξημένα επεισόδια με τους Αλβανούς γείτονές τους. Ενώ υπήρχε ένταση, οι κατηγορίες για «γενοκτονία» και προγραμματισμένη παρενόχληση απομυθοποιήθηκαν ως δικαιολογία για την ανάκληση της αυτονομίας του Κοσσυφοπεδίου. Για παράδειγμα, το 1986 η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία δημοσίευσε έναν επίσημο ισχυρισμό ότι οι Σέρβοι του Κοσσυφοπεδίου υποβάλλονταν σε αλβανικό πρόγραμμα «γενοκτονίας».[73]

Παρόλο που τα στοιχεία αυτά διαψεύστηκαν από τα στατιστικά στοιχεία της αστυνομίας,[73] έτυχαν μεγάλης προσοχής στον σερβικό Τύπο και αυτό οδήγησε σε περαιτέρω εθνοτικά προβλήματα και τελική αφαίρεση του καθεστώτος του Κοσσυφοπεδίου. Ξεκινώντας τον Μάρτιο του 1981, Κοσοβάροι Αλβανοί φοιτητές του Πανεπιστημίου της Πρίστινα οργάνωσαν διαδηλώσεις ζητώντας να γίνει το Κοσσυφοπέδιο δημοκρατία εντός της Γιουγκοσλαβίας και απαιτώντας τα ανθρώπινα δικαιώματά τους.[74] Οι διαδηλώσεις κατεστάλησαν βάναυσα από την αστυνομία και τον στρατό, με πολλούς διαδηλωτές να συλλαμβάνονται.[75] Κατά τη δεκαετία του 1980, οι εθνοτικές εντάσεις συνεχίστηκαν με συχνά βίαια ξεσπάσματα κατά των κρατικών αρχών της Γιουγκοσλαβίας, με αποτέλεσμα την περαιτέρω αύξηση της μετανάστευσης των Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου και άλλων εθνοτικών ομάδων.[76][77] Η γιουγκοσλαβική ηγεσία προσπάθησε να καταστείλει τις διαμαρτυρίες των Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου που αναζητούσαν προστασία από εθνοτικές διακρίσεις και βία.[78]

Διάλυση Γιουγκοσλαβίας και πόλεμος στο Κοσσυφοπέδιο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διαεθνοτικές εντάσεις συνέχισαν να επιδεινώνονται στο Κοσσυφοπέδιο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Το 1989, ο Πρόεδρος της Σερβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, χρησιμοποιώντας ένα μείγμα εκφοβισμού και πολιτικών ελιγμών, μείωσε δραστικά το ειδικό αυτόνομο καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου εντός της Σερβίας και ξεκίνησε την πολιτιστική καταπίεση του εθνοτικού αλβανικού πληθυσμού.[79] Οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου απάντησαν με ένα μη βίαιο αυτονομιστικό κίνημα, επιστρατεύοντας ευρεία πολιτική ανυπακοή και δημιουργία παράλληλων δομών στην εκπαίδευση, την ιατρική περίθαλψη και τη φορολογία, με απώτερο στόχο την επίτευξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου.[80]

Πεζοναύτες από τις ΗΠΑ έστησαν ένα οδόφραγμα κοντά στο χωριό Κορετίν στις 16 Ιουνίου 1999.

Τον Ιούλιο του 1990, οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου διακήρυξαν την ύπαρξη της Δημοκρατίας του Κοσσυφοπεδίου και την ανακήρυξαν κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος τον Σεπτέμβριο του 1992.[32][81] Κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Δημοκρατία του Κοσσυφοπεδίου αναγνωρίστηκε επίσημα μόνο από την Αλβανία. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο αλβανικός πληθυσμός του Κοσσυφοπεδίου γινόταν ανήσυχος, καθώς το καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου δεν επιλύθηκε ως μέρος της Συμφωνίας του Ντέιτον του Νοεμβρίου 1995, η οποία τερμάτισε τον πόλεμο της Βοσνίας. Μέχρι το 1996, ο Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσσυφοπεδίου (ΑΣΚ, γνωστός και ως UCK/Ουτσεκά) μια αλβανική αντάρτικη παραστρατιωτική ομάδα που επεδίωκε την απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου και την τελική δημιουργία μιας Μεγάλης Αλβανίας, είχε επικρατήσει του μη βίαιου αντιστασιακού κινήματος του Ιμπραήμ Ρουγκόβα και εξαπέλυσε επιθέσεις κατά του γιουγκοσλαβικού στρατού και της σερβικής αστυνομίας στο Κοσσυφοπέδιο, με αποτέλεσμα τον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου.[79][82] Η κατάσταση κλιμακώθηκε περαιτέρω όταν οι γιουγκοσλαβικές και σερβικές δυνάμεις διέπραξαν πολυάριθμες σφαγές κατά των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, όπως η σφαγή του Πρεκάζ κατά την οποία ένας από τους ιδρυτές του Αντέμ Γιασάρι περικυκλώθηκε στο σπίτι του μαζί με την ευρύτερη οικογένειά του. Συνολικά 58 Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου σκοτώθηκαν σε αυτή τη σφαγή, μεταξύ των οποίων 18 γυναίκες και 10 παιδιά, σε μια σφαγή όπου εκτοξεύτηκαν όλμοι στα σπίτια και ελεύθεροι σκοπευτές πυροβόλησαν αυτούς που τράπηκαν σε φυγή. Αυτή η σφαγή μαζί με άλλες παρακίνησαν πολλούς Αλβανούς άνδρες να ενταχθούν στον ΑΣΚ.[83]

Μέχρι το 1998, η διεθνής πίεση ανάγκασε τη Γιουγκοσλαβία να υπογράψει εκεχειρία και να αποσύρει εν μέρει τις δυνάμεις ασφαλείας της. Τα γεγονότα επρόκειτο να παρακολουθούνται από παρατηρητές του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) σύμφωνα με συμφωνία που διαπραγματεύτηκε ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ. Η κατάπαυση του πυρός δεν διατηρήθηκε και οι μάχες ξανάρχισαν τον Δεκέμβριο του 1998, με αποκορύφωμα τη σφαγή του Ράτσακ, η οποία προσέλκυσε περαιτέρω τη διεθνή προσοχή στη σύγκρουση.[79] Μέσα σε λίγες εβδομάδες, συγκλήθηκε μια πολυμερής διεθνής διάσκεψη και μέχρι τον Μάρτιο είχε ετοιμάσει ένα προσχέδιο συμφωνίας γνωστό ως Συμφωνίες του Ραμπουιγιέ, που ζητούσε την αποκατάσταση της αυτονομίας του Κοσσυφοπεδίου και την ανάπτυξη ειρηνευτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ. Η γιουγκοσλαβική αντιπροσωπεία θεώρησε τους όρους απαράδεκτους και αρνήθηκε να υπογράψει το προσχέδιο. Μεταξύ 24 Μαρτίου και 10 Ιουνίου 1999, το ΝΑΤΟ επενέβη βομβαρδίζοντας τη Γιουγκοσλαβία με στόχο να αναγκάσει τον Μιλόσεβιτς να αποσύρει τις δυνάμεις του από το Κοσσυφοπέδιο,[84] αν και το ΝΑΤΟ δεν μπορούσε να προσφύγει σε καμία συγκεκριμένη πρόταση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για να νομιμοποιήσει την παρέμβασή του.

Σε συνδυασμό με τις συνεχείς αψιμαχίες μεταξύ των Αλβανών ανταρτών και των γιουγκοσλαβικών δυνάμεων, η σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα μια περαιτέρω μαζική εκτόπιση πληθυσμού στο Κοσσυφοπέδιο.[85]

Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, περίπου ένα εκατομμύριο Αλβανοί διέφυγαν ή εκδιώχθηκαν βίαια από το Κοσσυφοπέδιο. Το 1999 περισσότεροι από 11.000 θάνατοι αναφέρθηκαν στο γραφείο της εισαγγελέως Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην εισαγγελέα της Γιουγκοσλαβίας Κάρλα Ντελ Πόντε.[86] Το 2010 περίπου 3.000 άνθρωποι εξακολουθούσαν να αγνοούνται, εκ των οποίων 2.500 είναι Αλβανοί, 400 Σέρβοι και 100 Ρομά.[87] Μέχρι τον Ιούνιο, ο Μιλόσεβιτς συμφώνησε με ξένη στρατιωτική παρουσία στο Κοσσυφοπέδιο και την αποχώρηση των στρατευμάτων του. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κοσσυφοπεδίου, περισσότεροι από 90.000 Σέρβοι και άλλοι μη Αλβανοί πρόσφυγες εγκατέλειψαν την επαρχία. Τις ημέρες μετά την αποχώρηση του Γιουγκοσλαβικού Στρατού, περισσότεροι από 80.000 Σέρβοι και άλλοι μη Αλβανοί πολίτες (σχεδόν οι μισοί από τους 200.000 που εκτιμάται ότι ζουν στο Κοσσυφοπέδιο) εκδιώχθηκαν από το Κοσσυφοπέδιο, και πολλοί από τους εναπομείναντες αμάχους υπήρξαν θύματα κακοποίησης.[88][89][90][91][92] Μετά τον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου και άλλων Γιουγκοσλαβικών Πολέμων, η Σερβία έγινε η πατρίδα του μεγαλύτερου αριθμού προσφύγων και εκτοπισμένων (συμπεριλαμβανομένων των Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου) στην Ευρώπη.[93][94][95]

Αλβανοί στρατιώτες του Κοσσυφοπεδίου κρατούν φωτογραφίες στη μνήμη των ανδρών που σκοτώθηκαν ή χάθηκαν στις σφαγές στην Κρούσα.

Σε ορισμένα χωριά υπό αλβανικό έλεγχο το 1998, μαχητές έδιωξαν Σέρβους από τα σπίτια τους. Μερικοί από αυτούς που παρέμειναν αγνοούνται και εικάζεται ότι απήχθησαν από τον UCK και σκοτώθηκαν. Ο Ουτσεκά συνέλαβε περίπου 85 Σέρβους κατά την επίθεσή του στις 19 Ιουλίου 1998 στο Οράχοβατς. Στη συνέχεια αφέθηκαν ελεύθεροι 35 από αυτούς, αλλά οι άλλοι παρέμειναν. Στις 22 Ιουλίου 1998, ο Ουτσεκά ανέλαβε για λίγο τον έλεγχο του ορυχείου Μπελάτσεβατς κοντά στην πόλη Όμπιλιτς. Εννέα Σέρβοι εργάτες ορυχείων συνελήφθησαν εκείνη την ημέρα και παραμένουν στον κατάλογο των αγνοουμένων της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού και εικάζεται ότι σκοτώθηκαν.[96] Τον Αύγουστο του 1998, 22 Σέρβοι πολίτες φέρεται να σκοτώθηκαν στο χωριό Κλέτσκα, όπου η αστυνομία ισχυρίστηκε ότι ανακάλυψε ανθρώπινα λείψανα και έναν κλίβανο που χρησιμοποιήθηκε για την αποτέφρωση των σορών.[96][97] Τον Σεπτέμβριο του 1998, η σερβική αστυνομία συνέλεξε 34 πτώματα ανθρώπων που πιστεύεται ότι είχαν κατασχεθεί και δολοφονηθεί από τον Ουτσεκά, μεταξύ των οποίων και μερικοί Αλβανοί, στη λίμνη Ράντονιτς κοντά στο Γκλοντζάνε σε αυτό που έγινε γνωστό ως η σφαγή της λίμνης Ραντόνιτς.[96] Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει εγείρει ερωτήματα σχετικά με την εγκυρότητα τουλάχιστον ορισμένων από αυτούς τους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τις σερβικές αρχές.[98]

Παιδιά πρόσφυγες σερβικής εθνότητας στην Τσέρνιτσα του Τζιλάν.

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ΔΠΔΓ) δίωξε εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κοσσυφοπεδίου. Εννέα ανώτεροι γιουγκοσλάβοι αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένου του Μιλόσεβιτς, κατηγορήθηκαν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου 1999. Έξι από τους κατηγορούμενους καταδικάστηκαν, ένας αθωώθηκε, ένας πέθανε πριν ξεκινήσει η δίκη του και ένας (Μιλόσεβιτς) πέθανε πριν ολοκληρωθεί η δίκη του.[99] Έξι μέλη του Ουτσεκά κατηγορήθηκαν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου από το ΔΠΔΓ μετά τον πόλεμο, και ένα καταδικάστηκε.[100][101][102][103]

Συνολικά, περίπου 10.317 άμαχοι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, εκ των οποίων 8.676 ήταν Αλβανοί, 1.196 Σέρβοι και 445 Ρομά και άλλοι, εκτός από 3.218 σκοτωμένα μέλη ένοπλων σχηματισμών.[104]

Τη διοίκηση ασκεί η Προσωρινή Αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στο Κόσοβο (UNMIK) με τη βοήθεια της προσωρινής Τοπικής Αυτοδιοίκησης (PISG), ενώ για την ασφάλεια είναι αρμόδια η υπό τη διοίκηση του NATO Δύναμη του Κοσόβου (KFOR). Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναλάβει τη συνέχιση του έργου και τη σταδιακή αντικατάσταση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ καθώς και τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση της χώρας μέσω αποστολής 2000 διοικητικού, στρατιωτικού και δικαστικού προσωπικού.

Μείζον - πιθανώς διεθνούς σημασίας - ζήτημα αποτελεί το πολιτικό καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου, καθώς σοβεί η διαμάχη (πολιτική και εδαφική) ανάμεσα στη σερβική (πρώην γιουγκοσλαβική) κυβέρνηση και στους Αλβανόφωνους του Κοσόβου. Οι διεθνείς διαπραγματεύσεις για την επίλυση της κρίσης ξεκίνησαν το 2006 με στόχο να δώσουν τέλος στο θέμα του προσωρινού καθεστώτος για το Κοσσυφοπέδιο. Στις 28 Νοεμβρίου 2007 η διεθνής τρόικα ανακοίνωσε την αποτυχία των συνομιλιών στο Μπάντεν της Αυστρίας [105]. Στις 10 Δεκεμβρίου 2007 τερματίστηκε η εντολή του ΟΗΕ.

Κύριο λήμμα: Εκλογές στο Κόσοβο

Στις βουλευτικές εκλογές, οι οποίες διεξήχθησαν στις 17 Νοεμβρίου του 2007 αναδείχθηκε νικητής ο Χασίμ Θάτσι, ο οποίος ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας της επαρχίας από τη Σερβία. Οι περισσότεροι Σέρβοι αρνήθηκαν να ψηφίσουν στις εκλογές αυτές, οι οποίες συνέπεσαν με τις δημοτικές.

Στις 9 Απριλίου του 2008 υιοθετήθηκε το πρώτο Σύνταγμα, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 15 Ιουνίου του ιδίου έτους, χωρίς όμως να το αναγνωρίσει η Σερβία.

Στις 28 Ιουνίου του 2008 οι Σέρβοι του βόρειου Κοσσυφοπεδίου προχώρησαν στη σύσταση εθνοσυνέλευσης, ανήμερα της επετείου της μάχης του Κοσσυφοπεδίου, ιστορικής επετείου που εορτάζεται από όλους τους Σέρβους.[106] Η εθνοσυνέλευση θα συσταθεί στα βόρεια της πόλης Μιτρόβιτσα, όπου κατοικούν οι Σέρβοι και θα αποτελείται από εκπροσώπους του σερβικού πληθυσμού από ολόκληρο το Κόσοβο. Το όργανο δεν θα έχει νομοθετικές και εκτελεστικές εξουσίες αλλά σκοπός του είναι ο συντονισμός του αγώνα για τη διατήρηση του Κοσόβου στην επικράτεια της Σερβίας. Η εθνοσυνέλευση απαρτίζεται από 45 αντιπροσώπους που εξελέγησαν στις τοπικές εκλογές του Μαΐου.

Διεθνής αναγνώριση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Χάρτης των χωρών που αναγνωρίζουν το Κόσοβο

Στις 15 Ιανουαρίου 2008 το Κουβέιτ έγινε η πρώτη αραβική χώρα που διά του ηγέτη της (του εμίρη) δήλωσε έτοιμη να αναγνωρίσει[107] ένα ανεξάρτητο Κοσσυφοπέδιο. Τον ίδιο μήνα η ηγεσία των αλβανοφώνων του Κοσσυφοπεδίου δήλωσαν πως θα προχωρήσουν σε μονομερή δήλωση ανεξαρτησίας, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2008, μετά εντόνων αντιδράσεων τόσο από τη Σερβία όσο και από τη Ρωσία. Ένα σημαντικό μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας, καθώς και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είχαν εκ των προτέρων δηλώσει την πρόθεσή τους να αναγνωρίσουν το νέο κράτος. Στις 18 Φεβρουαρίου 2008 η Ρωσία καταδίκασε την απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου, ονομάζοντάς το «ψευδοκράτος». Η σερβική κυβέρνηση, παρ' ότι απέκλεισε τη χρήση βίας δήλωσε πως θα εμποδίσει την ένταξη του αυτοαποκαλούμενου κράτους του Κοσσυφοπεδίου στους μεγάλους διεθνείς οργανισμούς και δήλωσε τη μη αναγνώριση του. Παράλληλα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι Ελλάδα, Ρουμανία, Σλοβακία, Κύπρος και Ισπανία εξέφρασαν την ανησυχία τους σχετικά με τη σημασία που η παράτυπη αποδοχή της μονομερούς απόσχισης από μέρος της διεθνούς κοινότητας ενδέχεται να έχει για άλλα κινήματα που προσδοκούν στη μονομερή ανεξαρτητοποίηση περιοχών ανά τον κόσμο και δήλωσαν πως δεν πρόκειται να αναγνωρίσουν το νέο κράτος. Η Γαλλία επανέλαβε την πρόθεσή της να αναγνωρίσει άμεσα το νέο κράτος, ενώ το ίδιο έπραξαν η Αλβανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Αφγανιστάν, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία. Η Γερμανία, διαμέσου του Υπουργού Εξωτερικών της χώρας, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, δήλωσε επίσης πως θα αναγνωρίσει το Κοσσυφοπέδιο στο προσεχές μέλλον. Τέλος η Κίνα, η Σρι Λάνκα και η Ινδονησία εξέφρασαν την ανησυχία τους για τις εξελίξεις στην περιοχή.[108] Τα νησιά Μάρσαλ αναγνώρισαν την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου στις 17 Απριλίου του 2008[109] και η Λιθουανία στις 6 Μαΐου του 2008.[110] Ακολούθησαν δεκάδες άλλες χώρες, με πιο πρόσφατη το Ισραήλ.

Απόσυρση αναγνώρισης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι τις 17 Αυγούστου 2019, οι χώρες που σύμφωνα με τη Σερβία απέσυραν την αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου ήταν το Σάο Τομέ και Πρίνσιπε, Σουρινάμ, Γουινέα Μπισσάου, Μπουρούντι, Λιβερία, Παπούα Νέα Γουινέα, Λεσότο, Δομινίκα, Γρενάδα, Κομόρες, Νήσοι Σολομώντα, Παλάου, Μαδαγασκάρη, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και Τόγκο.[111][112]

Στις 21 Ιανουαρίου του 2009 το Κοσσυφοπέδιο απέκτησε δικό του στρατό, με την ονομασία Δύναμη Ασφαλείας του Κοσόβου (KSF). Ο στρατός απαρτίζεται κυρίως από πρώην μέλη του αντάρτικου στρατού UÇK.[113]

Διοικητική διαίρεση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επαρχία διαιρείται σε 7 περιφέρειες:

Επαρχία Αλβανικά Σέρβικα
Τζιακόβα Gjakovë Đakovica
Γκίλαν Gjilan Gnjilane
Μιτρόβιτσα Mitrovicë Kosovska Mitrovica
Πέγια Pejë Peć
Πριστίνα Prishtina Priština
Πρίζρεν Prizren Prizren
Φεριζάι/ Ουρόσεβατς Ferizaj Uroševac

Το Κοσσυφοπέδιο χρησιμοποιεί από το 1999, χωρίς κάποια επίσημη συμφωνία το Ευρώ[114], αν και δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε και διεθνώς ανεξάρτητη, ενώ μάλιστα, δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τις δικές της εθνικές παραστάσεις στην εθνική όψη των κερμάτων ευρώ. Πριν το ευρώ, «επίσημο» νόμισμα του Κοσσυφοπεδίου, το διάστημα 1992-1999, ήταν εκ των πραγμάτων το Γερμανικό μάρκο. Στις περιοχές της χώρας που κατοικούνται στην πλειοψηφία Σέρβοι (όπως για παράδειγμα το Βόρειο Κοσσυφοπέδιο), χρησιμοποιείται ως επίσημο νόμισμα από το 2006, το Σερβικό Δηνάριο.

  1. [1]
  2. 2,0 2,1 «ESTIMATION Population of Kosovo in 2022» (PDF). Kosovo Agency of Statistics. Ανακτήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 2024. 
  3. «About Kosovo». UNDP. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Ιανουαρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2017. 
  4. «Kosovo Thanks You – Thank you from the Kosovar people!». www.kosovothanksyou.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 5 Μαρτίου 2018. 
  5. «WebCite query result» (PDF). www.webcitation.org (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 21 Αυγούστου 2010. Ανακτήθηκε στις 5 Μαρτίου 2018. 
  6. ΕΡΤ, Το Κόσοβο γιορτάζει για την ανεξαρτησία του, 17 Φεβρουαρίου 2008
  7. «Nauru withdraws recognition of Kosovo's independence, Pristina denies». N1 Srbija (στα Σερβικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Μαΐου 2020. Ανακτήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2019. 
  8. «Recognition Information and Statistics - Who Recognized Kosova? The Kosovar people thank you - Who Recognized Kosovo and Who Recognizes Kosovo». Kosovothanksyou.com. 1 Μαΐου 2007. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουλίου 2009. 
  9. «Υπέρ της παραπομπής του θέματος του Κοσόβου στη Χάγη ψήφισε ο ΟΗΕ». in.gr. 8 Οκτωβρίου 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Οκτωβρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2008. 
  10. «Kosovo independence move not illegal, says UN court» (στα αγγλικά). BBC News. 2010-07-22. https://www.bbc.com/news/world-europe-10730573. Ανακτήθηκε στις 2021-09-04. 
  11. Press Release: IMF Offers Membership to Republic of Kosovo
  12. «The "Washington Agreement" Between Kosovo and Serbia». www.asil.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2021. 
  13. Schermer, Shirley· Shukriu, Edi (2011). Marquez-Grant, Nicholas, επιμ. The Routledge Handbook of Archaeological Human Remains and Legislation: An International Guide to Laws and Practice in the Excavation and Treatment of Archaeological Human Remains. Taylor & Francis. σελ. 235. ISBN 978-1136879562. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Φεβρουαρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2020. 
  14. 14,0 14,1 Berisha, Milot (2012). «Archaeological Guide of Kosovo» (PDF). Ministry of Culture of Kosovo. σελίδες 17–18. Αρχειοθετήθηκε (PDF) από το πρωτότυπο στις 17 Απριλίου 2019. Ανακτήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2020. 
  15. Shukriu, Edi (2006). «Spirals of the prehistoric open rock painting from Kosova». Proceedings of the XV World Congress of the International Union for Prehistoric and Protohistoric Sciences 35: 59. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2021-09-14. https://web.archive.org/web/20210914015031/https://www.academia.edu/1787676. Ανακτήθηκε στις 2020-09-20. 
  16. Schermer, Shirley· Shukriu, Edi (2011). Marquez-Grant, Nicholas, επιμ. The Routledge Handbook of Archaeological Human Remains and Legislation: An International Guide to Laws and Practice in the Excavation and Treatment of Archaeological Human Remains. Taylor & Francis. σελ. 235. ISBN 978-1136879562. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Φεβρουαρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2020. 
  17. Milot Berisha, Archaeological Guide of Kosovo, Prishtinë, Kosovo Archaeological Institute and Ministry of Culture, Youth and Sports, 2012, p. 8.
  18. Wilkes, John (1996) [1992]. The Illyrians. Wiley. σελ. 85. ISBN 978-0-631-19807-9. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Μαΐου 2020. Ανακτήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2020. 
  19. Papazoglu, Fanula (1978). The Central Balkan Tribes in pre-Roman Times: Triballi, Autariatae, Dardanians, Scordisci and Moesians. Amsterdam: Hakkert. σελ. 131. ISBN 9789025607937. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Απριλίου 2021. Ανακτήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2020. 
  20. Teichner 2015, σελ. 81.
  21. Teichner 2015, σελ. 83.
  22. Malcolm, Noel (2002). Kosovo: A Short History. ISBN 9780330412247. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Ιανουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 2021. 
  23. McGeer, Eric (2019). Byzantium in the Time of Troubles: The Continuation of the Chronicle of John Skylitzes (1057–1079). BRILL. σελ. 149. ISBN 978-9004419407. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Απριλίου 2021. Ανακτήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2020. 
  24. Prinzing, Günter (2008). «Demetrios Chomatenos, Zu seinem Leben und Wirken». Demetrii Chomateni Ponemata diaphora: [Das Aktencorpus des Ohrider Erzbischofs Demetrios. Einleitung, kritischer Text und Indices]. Walter de Gruyter. σελ. 30. ISBN 978-3110204506. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Αυγούστου 2021. Ανακτήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2020. 
  25. Ducellier, Alain (21 Οκτωβρίου 1999). The New Cambridge Medieval History: Volume 5, c.1198-c.1300. Cambridge University Press. σελ. 780. ISBN 978-0-521-36289-4. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Ιανουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2012. 
  26. Denis P Hupchik.
  27. Bieber, p. 12
  28. Sellers, Mortimer (2010). The Rule of Law in Comparative Perspective. Springer. σελ. 207. ISBN 978-90-481-3748-0. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Μαΐου 2011. Ανακτήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2011. 
  29. «Medieval Monuments in Kosovo». UNESCO. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Μαΐου 2015. Ανακτήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2016. 
  30. Barbara Jelavich (1983). History of the Balkans. Cambridge University Press. σελίδες 31–. ISBN 978-0-521-27458-6. 
  31. 31,0 31,1 «Essays: 'The battle of Kosovo' by Noel Malcolm, Prospect Magazine May 1998 issue 30». Prospect-magazine.co.uk. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 31 Μαΐου 2012. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουλίου 2009. 
  32. 32,0 32,1 32,2 32,3 32,4 32,5 32,6 Malcolm 1998.
  33. Miranda Vickers (1998). «Chapter 1: Between Serb and Albanian, A History of Kosovo». New York Times. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2013-03-30. https://web.archive.org/web/20130330011115/http://www.nytimes.com/books/first/v/vickers-serb.html. 
  34. 34,0 34,1 34,2 Banac, σελ. 42.
  35. I Jeffries· R Bideleux (2007). The Balkans: A Post-Communist History. σελ. 513. 
  36. 36,0 36,1 Anscombe, Frederick F. (2006).
  37. 37,0 37,1 37,2 Cohen, Paul A. (2014). History and Popular Memory: The Power of Story in Moments of Crisis. Columbia University Press. σελίδες 8–9. ISBN 978-0-23153-729-2. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Νοεμβρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2020. 
  38. «WHKMLA: Habsburg-Ottoman War, 1683–1699». Zum.de. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Ιουλίου 2011. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουλίου 2009. 
  39. Cirkovic. p. 115 Prior to the final conquest, the Turks often took inhabitants as slaves, frequently to Asia Minor
  40. The Serbs, Sima Cirkovic.
  41. Fine (1994), p. 51.
  42. 42,0 42,1 Cirkovic. p. 244.
  43. Banac, σελ. 46.
  44. The Balkans.
  45. Tim Judah (2008). Kosovo: What Everyone Needs to Know. USa: Oxford University Press. σελ. 36. ISBN 978-0-19-537673-9. 
  46. George Gawlrych (2006). The Crescent and the Eagle. London: Palgrave/Macmilan. ISBN 1-84511-287-3. 
  47. Frantz, Eva Anne (2009). «Violence and its Impact on Loyalty and Identity Formation in Late Ottoman Kosovo: Muslims and Christians in a Period of Reform and Transformation». Journal of Muslim Minority Affairs 29 (4): 460–461. doi:10.1080/13602000903411366. ISSN 1360-2004. 
  48. Müller, Dietmar (2009). «Orientalism and Nation: Jews and Muslims as Alterity in Southeastern Europe in the Age of Nation-States, 1878–1941». East Central Europe 36 (1): 70. doi:10.1163/187633009x411485. 
  49. Pllana, Emin (1985)
  50. Rizaj, Skënder (1981)
  51. Şimşir, Bilal N, (1968)
  52. Bataković, Dušan (1992). The Kosovo Chronicles. Plato. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Δεκεμβρίου 2016. 
  53. Elsie, Robert (2010). Historical Dictionary of Kosovo. Scarecrow Press. σελ. xxxii. ISBN 9780333666128. 
  54. Stefanović, Djordje (2005)
  55. Iain King· Whit Mason (2006). Peace at Any Price: How the World Failed Kosovo. Cornell University Press. σελ. 30. ISBN 978-0-8014-4539-2. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Ιανουαρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2018. 
  56. Skendi, Stavro (2015). The Albanian National Awakening. Cornell University Press. σελ. 201. ISBN 978-1-4008-4776-1. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Ιουλίου 2021. Ανακτήθηκε στις 28 Ιουλίου 2021. 
  57. Erik Zurcher, Ottoman sources of Kemalist thought, (New York, Routledge, 2004), p. 19.
  58. Malcolm 1998, σελ. 248.
  59. See: Isa Blumi, Rethinking the Late Ottoman Empire: A Comparative Social and Political History of Albania and Yemen, 1878–1918 (Istanbul: The Isis Press, 2003)
  60. «Treaty of London, 1913». Mtholyoke.edu. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Μαΐου 1997. Ανακτήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 2011. 
  61. Malcolm, Noel (1999). «Kosovo – A Short History». Verfassung in Recht und Übersee 32 (3): 422–423. doi:10.5771/0506-7286-1999-3-422. ISSN 0506-7286. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2022-03-07. https://web.archive.org/web/20220307171443/https://www.nomos-elibrary.de/10.5771/0506-7286-1999-3-422/kosovo-a-short-history-volume-32-1999-issue-3. Ανακτήθηκε στις 2021-11-16. 
  62. 62,0 62,1 Schabnel, Albrecht; Thakur, Ramesh (eds).
  63. I. Mehmeti, Leandrit· Radeljic, Branislav (24 Μαρτίου 2017). Kosovo and Serbia: Contested Options and Shared Consequences. Pittsburgh: University of Pittsburgh Press. σελίδες 63–64. ISBN 978-0822944690. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Μαρτίου 2022. Ανακτήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2021. 
  64. Daskalovski, Židas.
  65. Ramet, Sabrina P. The Kingdom of God or the Kingdom of Ends: Kosovo in Serbian Perception.
  66. 66,0 66,1 Malcolm 1998, σελ. 312.
  67. Bieber, Florian· Daskalovski, Zidas (2004). Understanding the War in Kosovo. Routledge. σελ. 58. ISBN 978-1-13576-155-4. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Νοεμβρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 19 Νοεμβρίου 2021. 
  68. 68,0 68,1 Ramet, Sabrina P. (2006). The Three Yugoslavias: State-building and Legitimation, 1918-2005. Indiana University Press. σελίδες 114, 141. ISBN 978-0-25334-656-8. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Νοεμβρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 19 Νοεμβρίου 2021. 
  69. Frank, Chaim (2010). Petersen, Hans-Christian, επιμ. Antisemitism in Eastern Europe: History and Present in Comparison. Bern: Peter Lang. σελίδες 97–98. ISBN 978-3-631-59828-3. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Οκτωβρίου 2015. 
  70. Vickers, Miranda (1998), Between Serb and Albanian : a history of Kosovo, New York: Columbia University Press, ISBN 9781850652786, https://books.google.com/books?id=S41pAAAAMAAJ&q=%22encouraged+an+extensive%22 
  71. 71,00 71,01 71,02 71,03 71,04 71,05 71,06 71,07 71,08 71,09 71,10 Independent International Commission on Kosovo.
  72. 72,0 72,1 72,2 72,3 72,4 Melissa Katherine Bokovoy, Jill A. Irvine, Carol S. Lilly.
  73. 73,0 73,1 Prentiss, Craig R, επιμ. (2003). Religion and the Creation of Race and Ethnicity: An Introduction. New York University Press. ISBN 978-0-8147-6701-6. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Νοεμβρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουλίου 2009. 
  74. New York Times 1981-04-19, "One Storm has Passed but Others are Gathering in Yugoslavia"
  75. Elsie, Robert
  76. Reuters 1986-05-27, "Kosovo Province Revives Yugoslavia's Ethnic Nightmare"
  77. Christian Science Monitor 1986-07-28, "Tensions among ethnic groups in Yugoslavia begin to boil over"
  78. New York Times 1987-06-27, "Belgrade Battles Kosovo Serbs"
  79. 79,0 79,1 79,2 Rogel, Carole (2003). «Kosovo: Where It All Began». International Journal of Politics, Culture and Society 17 (1): 167–182. doi:10.1023/A:1025397128633. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2021-06-24. https://web.archive.org/web/20210624203551/https://link.springer.com/article/10.1023/A:1025397128633. Ανακτήθηκε στις 2021-06-20. 
  80. Clark, Howard.
  81. Babuna, Aydın.
  82. Rama, Shinasi A. The Serb-Albanian War, and the International Community's Miscalculations Αρχειοθετήθηκε 2009-04-29 στο Wayback Machine.
  83. «BBC News | EUROPE | Behind the Kosovo crisis». news.bbc.co.uk. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Απριλίου 2021. Ανακτήθηκε στις 28 Μαΐου 2019. 
  84. «Operation Allied Force». NATO. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 Σεπτεμβρίου 2016. 
  85. Larry Minear· Ted van Baarda· Marc Sommers (2000). «NATO and Humanitarian Action in the Kosovo Crisis» (PDF). Brown University. Αρχειοθετήθηκε (PDF) από το πρωτότυπο στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2008. 
  86. «World: Europe UN gives figure for Kosovo dead». BBC News. 1999-11-10. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2010-04-20. https://web.archive.org/web/20100420192736/http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/514828.stm. Ανακτήθηκε στις 2010-01-05. 
  87. KiM Info-Service (2000-06-07). «3,000 missing in Kosovo». BBC News. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2010-04-20. https://web.archive.org/web/20100420192727/http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/781310.stm. Ανακτήθηκε στις 2010-01-05. 
  88. «Abuses against Serbs and Roma in the new Kosovo». Human Rights Watch. Αύγουστος 1999. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Σεπτεμβρίου 2012. 
  89. Hudson, Robert· Bowman, Glenn (2012). After Yugoslavia: Identities and Politics Within the Successor States. σελ. 30. ISBN 9780230201316. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Ιανουαρίου 2016. 
  90. «Kosovo Crisis Update». United Nations High Commissioner for Refugees (UNHCR). 4 Αυγούστου 1999. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Οκτωβρίου 2015. 
  91. «Forced Expulsion of Kosovo Roma, Ashkali and Egyptians from OSCE Participated state to Kosovo». Organization for Security and Co-operation in Europe (OSCE). 6 Οκτωβρίου 2006. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Νοεμβρίου 2015. 
  92. Siobhán Wills (2009). Protecting Civilians: The Obligations of Peacekeepers. Oxford University Press. σελ. 219. ISBN 978-0-19-953387-9. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Ιουνίου 2013. Ανακτήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2013. 
  93. «Serbia home to highest number of refugees and IDPs in Europe». B92. 20 Ιουνίου 2010. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Μαρτίου 2017. 
  94. «Serbia: Europe's largest proctracted refugee situation». Organization for Security and Co-operation in Europe (OSCE). 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Μαρτίου 2017. 
  95. S. Cross· S. Kentera· R. Vukadinovic· R. Nation (2013). Shaping South East Europe's Security Community for the Twenty-First Century: Trust, Partnership, Integration. Springer. σελ. 169. ISBN 9781137010209. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Μαρτίου 2017. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2017. 
  96. 96,0 96,1 96,2 «Abuses against Serbs and Roma in the new Kosovo». Human Rights Watch. Αύγουστος 1999. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Σεπτεμβρίου 2012. 
  97. The Guardian, «Kosovo, drugs and the West». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Σεπτεμβρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2017. 
  98. «UNDER ORDERS: War Crimes in Kosovo – 2. Background». www.hrw.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Απριλίου 2019. Ανακτήθηκε στις 28 Μαΐου 2019. 
  99. «ICTY – TPIY : Judgement List». icty.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Μαρτίου 2014. Ανακτήθηκε στις 3 Μαρτίου 2014. 
  100. «ICTY.org» (PDF). Αρχειοθετήθηκε (PDF) από το πρωτότυπο στις 27 Αυγούστου 2010. Ανακτήθηκε στις 28 Απριλίου 2010. 
  101. «ICTY.org» (PDF). Αρχειοθετήθηκε (PDF) από το πρωτότυπο στις 1 Μαρτίου 2011. Ανακτήθηκε στις 28 Απριλίου 2010. 
  102. «Second Amended Indictment – Limaj et al» (PDF). Icty.org. Αρχειοθετήθηκε (PDF) από το πρωτότυπο στις 26 Ιουλίου 2011. Ανακτήθηκε στις 20 Ιουλίου 2009. 
  103. «Kosovo ex-PM Ramush Haradinaj cleared of war crimes». BBC News. 2012-11-29. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2012-11-29. https://web.archive.org/web/20121129170103/http://www.bbc.co.uk/news/world-europe-20536318. Ανακτήθηκε στις 2012-11-29. 
  104. «Kosovo Memory Book Database Presentation and Expert Evaluation» (PDF). Kosovo Memory Book 1998-2000. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 11 Ιανουαρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 28 Μαΐου 2019. 
  105. «Κατέρρευσε η διαδικασία λύσης για το Κόσοβο». kathimerini.gr. 29 Νοεμβρίου 2007. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2007. 
  106. «Εθνοσυνέλευση συνέστησαν οι Σέρβοι στο Κόσοβο αψηφώντας Πρίστινα και ΟΗΕ». in.gr. 28 Ιουνίου 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Ιουνίου 2008. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουνίου 2008. 
  107. «Θα αναγνωρίσει «ανεξάρτητο» Κόσοβο». Ελευθεροτυπία. 16 Ιανουαρίου 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Φεβρουαρίου 2008. 
  108. «Αντιδράσεις και ανησυχία για το Κόσοβο». ΕΡΤ. 18 Φεβρουαρίου 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Φεβρουαρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2008. 
  109. «Republic of the Marshall Island has recognized Kosovo». New Kosova Report. 17 Απριλίου 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Μαΐου 2008. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2019. 
  110. «Lithuanian parliament recognizes Kosovo's independence». Baltic Times. 6 Μαΐου 2008. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2019. 
  111. «Dacic: Central African Republic has withdrawn recognition of Kosovo's independence». b92.net. 27 Ιουλίου 2019. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2019. 
  112. Izvor KoSSev (25 Αυγούστου 2019). «Dacic: Togo is the 15th country to annul its recognition of Kosovo, we'll keep going until they realize that they have to compromise». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Αυγούστου 2019. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2019. 
  113. «Το Κόσοβο απέκτησε δικό του στρατό». Καθημερινή. 22 Ιανουαρίου 2009. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2009. 
  114. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Ιανουαρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2007. 
  • B. Καρακωστάνογλου – K. Κεντρωτής – E. Μαντά – Σ. Σφέτας, Το Kόσοβο και οι αλβανικοί πληθυσμοί της Βαλκανικής,εκδ.IMXA, Θεσσαλονίκη 2000
  • Βαλκάνια η Μεγάλη Τρικυμία (συλλογικό), εκδόσεις Κασταλία, Αθήνα 2018.
  • Dušan T. Bataković, The Kosovo Chronicles, Plato Books, Belgrade 1992.
  • R. Petrović, M. Blagojević, The Migration of the Serbs and Montenegrins from Kosovo and Metohija, SASA, Belgrade 1992,
  • Dušan T. Bataković, Kosovo. La spirale de la haine, L'Age d'Homme, Lausanne 1998.
  • Kosovo-Kosova. Confrontation or Coexistence, Nijmegen: University of Nijmegen & Political Cultural Centre 042 1996.
  • Kosovo. Avoiding Another Balkan War,Thanos Veremis & Evangelos Kofos, (eds.), Athens:Eliamep & University of Athens, 1998.
  • Kosovo. Contending Voices on Balkan Interventions, William Joseph Buckley, ed.,William B. Eerdmans, Grand Rapids, Michigan & Cambridge U. K 2000
  • Kosovo and Metohija. Living in the Enclave, D. T. Bataković (ed.), Institute for Balkan Studies, Belgrade 2007, 314 p. ISBN 978-86-7179-052-9
  • Jean-Arnault Dérens, Kosovo. Année zéro, préface de Marek Antoni Nowick,i Paris: Paris-Méditerranée, 2004.
  • Dušan T. Bataković, Kosovo. Un conflit sans fin? Lausanne: L'Age d'Homme 2008. 322 p. ISBN 978-2-8251-3875-5
  • Dušan T. Bataković, Serbia's Kosovo Drama. A Historical Perspective, Belgrade: Čigoja Štampa, 2012, 369 p. ISBN 978-86-7558-903-7

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]