Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μάχη στο Κερατσίνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μάχη στο Κερατσίνι
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Ο Καραϊσκάκης, επικεφαλής των Ελλήνων, καταδιώκει τον Κιουταχή και τους Τούρκους απ' την Αθήνα το 1827.[1] Έργο του Θεόφιλου.
Χρονολογία4-5 Μαρτίου 1827[2]
ΤόποςΚερατσίνι
Έκβασηνίκη των Ελλήνων
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
250 άνδρες
4.000 πεζοί, 2.000 ιππείς[1]
Απώλειες
3 νεκροί,
20 τραυματίες[1]
300 νεκροί,
500 τραυματίες[1]

Η Μάχη στο Κερατσίνι ήταν πολεμική εμπλοκή της επανάστασης του '21 με νικηφόρα έκβαση για τους Έλληνες. Έγινε στο Κερατσίνι στις 4-5 Μαρτίου 1827.

Εξέλιξη των γεγονότων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καραϊσκάκης μετά τις νίκες και τα λαμπρά κατορθώματά του, έλαβε επανειλημμένα διαταγή από την Ελληνική Κυβέρνηση να επιστρέψει για να σώσει την Ακρόπολη που κινδύνευε. Επέστρεψε στις 28 Φεβρουαρίου στην Ελευσίνα έχοντας μαζί του χίλιους περίπου άνδρες. Μετά από λίγες ημέρες διέταξε και συναντήθηκαν όλα τα σώματα στην Ελευσίνα. Το ιππικό συμπληρώθηκε σε εκατό ιππείς. Στις 2 Μαρτίου το απόγευμα ξεκίνησαν με όλο το στρατό και την επόμενη νύχτα έφτασαν στο Κερατσίνι, παραθαλάσσια θέση στον πορθμό της Σαλαμίνας, μια ώρα έξω από τον Πειραιά. Εκεί οχυρώθηκαν. Μπροστά στο οχυρό ο Καραϊσκάκης τοποθέτησε διακόσιους πενήντα μαχητές με επικεφαλής τον Τούσια Μπότσαρη, Γαρδικιώτη Γρίβα και άλλους. Οι εχθροί παρουσιάστηκαν πολύ πρωί και ακροβολίστηκαν με τους Έλληνες. Το μεσημέρι οι Τούρκοι ενισχύθηκαν, αλλά αποκρούσθηκαν από τους Έλληνες. Την επόμενη μέρα κατέβηκε ο ίδιος ο Κιουταχής με πολυάριθμο στρατό πεζικό, δύο χιλιάδες ιππείς και κανόνια με την ελπίδα να καταστρέψει τους Έλληνες και να τους πνίξει στην θάλασσα.[1] Έστησε μπροστά στους Έλληνες τα κανόνια, τα οποία εσφενδόνισαν σφοδρό κανονιοβολισμό κατά του τείχους, και τον έριξαν κάτω. Ακολούθως οι Τούρκοι διαιρέθηκαν σε δύο, οι μεν επιτέθηκαν στο οχυρό διαμέσου του πεσμένου τείχους, οι δε στους μαχητές μπροστά στο οχυρό. Οι Έλληνες την ημέρα εκείνη έδειξαν όλη την ανδρεία και γενναιοψυχία τους. Η αφοβία των Ελλήνων εξέπληξε τους εχθρούς, διότι αν και ολιγάριθμοι αναχαίτισαν πολύ μεγαλύτερο και ισχυρότερο στρατό. Ο εχθρός, αρχικά και πρώτος επιτιθέμενος βρέθηκε να πολεμάει αμυνόμενος και στις δύο μετά το μεσημέρι αναγκάστηκε να υποχωρήσει κακώς έχει και με πολλές φθορές. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν μόνο τρεις και είκοσι πληγώθηκαν.[1]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΒ', σ. 446.
  2. Λάμπρος Κουτσονίκας (1863). Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, Τόμος Α΄. Εν Αθήναις: Εκ του «Ευαγγέλιμου» Δ. Καρακατζάνη. σελ. 28. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2011.